αυτοσυντηρούμαι
•
- συντηρώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, με δικά μου μέσα και πόρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσυντηρούμαι < αυτο- + συντηρούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοσυντηρούμαι | αυτοσυντηρείσαι | αυτοσυντηρείται | αυτοσυντηρούμαστε | αυτοσυντηρείστε | αυτοσυντηρούνται |
| Παρατατικός | αυτοσυντηρούμουν | αυτοσυντηρούσουν | αυτοσυντηρούνταν | αυτοσυντηρούμασταν / αυτοσυντηρούμαστε | αυτοσυντηρούσασταν / αυτοσυντηρούσαστε | αυτοσυντηρούνταν |
| Αόριστος | αυτοσυντηρήθηκα | αυτοσυντηρήθηκες | αυτοσυντηρήθηκε | αυτοσυντηρηθήκαμε | αυτοσυντηρηθήκατε | αυτοσυντηρήθηκαν / αυτοσυντηρηθήκαν / αυτοσυντηρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοσυντηρηθώ / θα αυτοσυντηρούμαι | θα αυτοσυντηρείσαι / θα αυτοσυντηρηθείς | θα αυτοσυντηρείται / θα αυτοσυντηρηθεί | θα αυτοσυντηρηθούμε / θα αυτοσυντηρούμαστε | θα αυτοσυντηρείστε / θα αυτοσυντηρηθείτε | θα αυτοσυντηρηθούν / θα αυτοσυντηρηθούνε / θα αυτοσυντηρούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοσυντηρηθεί | έχεις αυτοσυντηρηθεί | έχει αυτοσυντηρηθεί | έχουμε αυτοσυντηρηθεί | έχετε αυτοσυντηρηθεί | έχουν αυτοσυντηρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοσυντηρηθεί | είχες αυτοσυντηρηθεί | είχε αυτοσυντηρηθεί | είχαμε αυτοσυντηρηθεί | είχατε αυτοσυντηρηθεί | είχαν αυτοσυντηρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθώ / να αυτοσυντηρούμαι | να έχεις αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείσαι / να αυτοσυντηρηθείς | να έχει αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείται / να αυτοσυντηρηθεί | να έχουμε αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθούμε / να αυτοσυντηρούμαστε | να έχετε αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείστε / να αυτοσυντηρηθείτε | να έχουν αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθούν / να αυτοσυντηρηθούνε / να αυτοσυντηρούνται |
| Προστακτική | — | αυτοσυντηρήσου | — | — | αυτοσυντηρείστε / αυτοσυντηρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →