Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοσυντηρούμαι

ρήμα
•
  1. συντηρώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, με δικά μου μέσα και πόρους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοσυντηρούμαι < αυτο- + συντηρούμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοσυντηρούμαιαυτοσυντηρείσαιαυτοσυντηρείταιαυτοσυντηρούμαστεαυτοσυντηρείστεαυτοσυντηρούνται
Παρατατικόςαυτοσυντηρούμουναυτοσυντηρούσουναυτοσυντηρούνταναυτοσυντηρούμασταν / αυτοσυντηρούμαστεαυτοσυντηρούσασταν / αυτοσυντηρούσαστεαυτοσυντηρούνταν
Αόριστοςαυτοσυντηρήθηκααυτοσυντηρήθηκεςαυτοσυντηρήθηκεαυτοσυντηρηθήκαμεαυτοσυντηρηθήκατεαυτοσυντηρήθηκαν / αυτοσυντηρηθήκαν / αυτοσυντηρηθήκανε
Μέλλονταςθα αυτοσυντηρηθώ / θα αυτοσυντηρούμαιθα αυτοσυντηρείσαι / θα αυτοσυντηρηθείςθα αυτοσυντηρείται / θα αυτοσυντηρηθείθα αυτοσυντηρηθούμε / θα αυτοσυντηρούμαστεθα αυτοσυντηρείστε / θα αυτοσυντηρηθείτεθα αυτοσυντηρηθούν / θα αυτοσυντηρηθούνε / θα αυτοσυντηρούνται
Παρακείμενοςέχω αυτοσυντηρηθείέχεις αυτοσυντηρηθείέχει αυτοσυντηρηθείέχουμε αυτοσυντηρηθείέχετε αυτοσυντηρηθείέχουν αυτοσυντηρηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοσυντηρηθείείχες αυτοσυντηρηθείείχε αυτοσυντηρηθείείχαμε αυτοσυντηρηθείείχατε αυτοσυντηρηθείείχαν αυτοσυντηρηθεί
Υποτακτικήνα έχω αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθώ / να αυτοσυντηρούμαινα έχεις αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείσαι / να αυτοσυντηρηθείςνα έχει αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείται / να αυτοσυντηρηθείνα έχουμε αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθούμε / να αυτοσυντηρούμαστενα έχετε αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρείστε / να αυτοσυντηρηθείτενα έχουν αυτοσυντηρηθεί / να αυτοσυντηρηθούν / να αυτοσυντηρηθούνε / να αυτοσυντηρούνται
Προστακτική—αυτοσυντηρήσου——αυτοσυντηρείστε / αυτοσυντηρηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →