αυτοτιμωρούμαι
•
- τιμωρώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοτιμωρούμαι < αυτο- + τιμωρούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοτιμωρούμαι | αυτοτιμωρείσαι | αυτοτιμωρείται | αυτοτιμωρούμαστε | αυτοτιμωρείστε | αυτοτιμωρούνται |
| Παρατατικός | αυτοτιμωρούμουν | αυτοτιμωρούσουν | αυτοτιμωρούνταν | αυτοτιμωρούμασταν / αυτοτιμωρούμαστε | αυτοτιμωρούσασταν / αυτοτιμωρούσαστε | αυτοτιμωρούνταν |
| Αόριστος | αυτοτιμωρήθηκα | αυτοτιμωρήθηκες | αυτοτιμωρήθηκε | αυτοτιμωρηθήκαμε | αυτοτιμωρηθήκατε | αυτοτιμωρήθηκαν / αυτοτιμωρηθήκαν / αυτοτιμωρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοτιμωρηθώ / θα αυτοτιμωρούμαι | θα αυτοτιμωρείσαι / θα αυτοτιμωρηθείς | θα αυτοτιμωρείται / θα αυτοτιμωρηθεί | θα αυτοτιμωρηθούμε / θα αυτοτιμωρούμαστε | θα αυτοτιμωρείστε / θα αυτοτιμωρηθείτε | θα αυτοτιμωρηθούν / θα αυτοτιμωρηθούνε / θα αυτοτιμωρούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοτιμωρηθεί | έχεις αυτοτιμωρηθεί | έχει αυτοτιμωρηθεί | έχουμε αυτοτιμωρηθεί | έχετε αυτοτιμωρηθεί | έχουν αυτοτιμωρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοτιμωρηθεί | είχες αυτοτιμωρηθεί | είχε αυτοτιμωρηθεί | είχαμε αυτοτιμωρηθεί | είχατε αυτοτιμωρηθεί | είχαν αυτοτιμωρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρηθώ / να αυτοτιμωρούμαι | να έχεις αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρείσαι / να αυτοτιμωρηθείς | να έχει αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρείται / να αυτοτιμωρηθεί | να έχουμε αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρηθούμε / να αυτοτιμωρούμαστε | να έχετε αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρείστε / να αυτοτιμωρηθείτε | να έχουν αυτοτιμωρηθεί / να αυτοτιμωρηθούν / να αυτοτιμωρηθούνε / να αυτοτιμωρούνται |
| Προστακτική | — | αυτοτιμωρήσου | — | — | αυτοτιμωρείστε / αυτοτιμωρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →