αφαλάτωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφαλατώνω, η διαδικασία αφαίρεσης του αλατιού από το (θαλασσινό) νερό, ώστε να γίνει πόσιμο ή και για άλλες χρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφαλάτωση < αφαλατώνω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dessalement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφαλάτωση | αφαλατώσεις |
| Γενική | αφαλάτωσης | αφαλατώσεων |
| Αιτιατική | αφαλάτωση | αφαλατώσεις |
| Κλητική | αφαλάτωση | αφαλατώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →