αφαλατώνω
•
- αφαιρώ το αλάτι από το (θαλασσινό) νερό, ώστε να γίνει πόσιμο ή και για άλλες χρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφαλατώνω < αφ- (< από) + αλάτ(ι) + -ώνω, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dessaler
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφαλατώνω | αφαλατώνεις | αφαλατώνει | αφαλατώνουμε | αφαλατώνετε | αφαλατώνουν / αφαλατώνουνε |
| Παρατατικός | αφαλάτωνα | αφαλάτωνες | αφαλάτωνε | αφαλατώναμε | αφαλατώνατε | αφαλάτωναν / αφαλατώναν / αφαλατώνανε |
| Αόριστος | αφαλάτωσα | αφαλάτωσες | αφαλάτωσε | αφαλατώσαμε | αφαλατώσατε | αφαλάτωσαν / αφαλατώσαν / αφαλατώσανε |
| Μέλλοντας | θα αφαλατώνω / θα αφαλατώσω | θα αφαλατώνεις / θα αφαλατώσεις | θα αφαλατώνει / θα αφαλατώσει | θα αφαλατώνουμε / θα αφαλατώσουμε | θα αφαλατώνετε / θα αφαλατώσετε | θα αφαλατώνουν / θα αφαλατώνουνε / θα αφαλατώσουν / θα αφαλατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφαλατώσει | έχεις αφαλατώσει | έχει αφαλατώσει | έχουμε αφαλατώσει | έχετε αφαλατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφαλατώσει | είχες αφαλατώσει | είχε αφαλατώσει | είχαμε αφαλατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφαλατώσει / να αφαλατώνω / να αφαλατώσω | να έχεις αφαλατώσει / να αφαλατώνεις / να αφαλατώσεις | να έχει αφαλατώσει / να αφαλατώνει / να αφαλατώσει | να έχουμε αφαλατώσει / να αφαλατώνουμε / να αφαλατώσουμε | να έχετε αφαλατώσει / να αφαλατώνετε / να αφαλατώσετε | να αφαλατώνουν / να αφαλατώνουνε / να αφαλατώσουν / να αφαλατώσουνε |
| Προστακτική | — | αφαλάτωνε / αφαλάτωσε | — | — | αφαλατώνετε / αφαλατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →