Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφελής

/a.feˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος που δε σκέφτεται τα πράγματα σε βάθος ή που αφήνεται και εξαπατάται από άλλους Βικιλεξικό
  2. απλοϊκός (για κρίση, άποψη κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφελής < αρχαία ελληνική ἀφελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφελήςαφελήςαφελές
Γενικήαφελούςαφελούςαφελούς
Αιτιατικήαφελήαφελήαφελές
Κλητικήαφελή / αφελήςαφελήςαφελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφελείςαφελείςαφελή
Γενικήαφελώναφελώναφελών
Αιτιατικήαφελείςαφελείςαφελή
Κλητικήαφελείςαφελείςαφελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →