Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευήθης

/eˈvi.θis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. απαρχαιωμένομωρός, αφελής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευήθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐήθης. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -ήθης (ήθος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευήθης—εύηθες
Γενικήευήθους—ευήθους
Αιτιατικήευήθη—εύηθες
Κλητικήευήθη—εύηθες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευήθεις—ευήθη
Γενικήευήθων—ευήθων
Αιτιατικήευήθεις—ευήθη
Κλητικήευήθεις—ευήθη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →