Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιερωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχεισχέση με αφιέρωμα, αναφέρεται σ' αυτό ή συμβάλλει σ' αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιερωματικός < αφιέρωμα + ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιερωματικόςαφιερωματικήαφιερωματικό
Γενικήαφιερωματικούαφιερωματικήςαφιερωματικού
Αιτιατικήαφιερωματικόαφιερωματικήαφιερωματικό
Κλητικήαφιερωματικέαφιερωματικήαφιερωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιερωματικοίαφιερωματικέςαφιερωματικά
Γενικήαφιερωματικώναφιερωματικώναφιερωματικών
Αιτιατικήαφιερωματικούςαφιερωματικέςαφιερωματικά
Κλητικήαφιερωματικοίαφιερωματικέςαφιερωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →