αφιερώνω
•
- προσφέρω κάτι στον Θεό Βικιλεξικό
- προσφέρω τιμητικά κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
- ασχολούμαι με κάτι ψυχή τε και σώματι, ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
- διαθέτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιερώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφιερόω < ἀπό (ἀφ-) + ἱερόω < ἱερός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consacrer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφιερώνω | αφιερώνεις | αφιερώνει | αφιερώνουμε | αφιερώνετε | αφιερώνουν / αφιερώνουνε |
| Παρατατικός | αφιέρωνα | αφιέρωνες | αφιέρωνε | αφιερώναμε | αφιερώνατε | αφιέρωναν / αφιερώναν / αφιερώνανε |
| Αόριστος | αφιέρωσα | αφιέρωσες | αφιέρωσε | αφιερώσαμε | αφιερώσατε | αφιέρωσαν / αφιερώσαν / αφιερώσανε |
| Μέλλοντας | θα αφιερώνω / θα αφιερώσω | θα αφιερώνεις / θα αφιερώσεις | θα αφιερώνει / θα αφιερώσει | θα αφιερώνουμε / θα αφιερώσουμε | θα αφιερώνετε / θα αφιερώσετε | θα αφιερώνουν / θα αφιερώνουνε / θα αφιερώσουν / θα αφιερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφιερώσει | έχεις αφιερώσει | έχει αφιερώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφιερώσει | είχες αφιερώσει | είχε αφιερώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφιερώσει / να αφιερώνω / να αφιερώσω | να έχεις αφιερώσει / να αφιερώνεις / να αφιερώσεις | να έχει αφιερώσει / να αφιερώνει / να αφιερώσει | να αφιερώνουμε / να αφιερώσουμε | να αφιερώνετε / να αφιερώσετε | να αφιερώνουν / να αφιερώνουνε / να αφιερώσουν / να αφιερώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αφιερωμένο / αφιέρωνε / αφιέρωσε | — | — | αφιερώνετε / αφιερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αφιερώθηκααφιερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →