Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιερωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφιερώνει ή σχετίζεται με αφιέρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιερωτικός < μεσαιωνική ελληνική ἀφιερωτικός < αρχαία ελληνική ἀφιερόω < ἱερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιερωτικόςαφιερωτικήαφιερωτικό
Γενικήαφιερωτικούαφιερωτικήςαφιερωτικού
Αιτιατικήαφιερωτικόαφιερωτικήαφιερωτικό
Κλητικήαφιερωτικέαφιερωτικήαφιερωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιερωτικοίαφιερωτικέςαφιερωτικά
Γενικήαφιερωτικώναφιερωτικώναφιερωτικών
Αιτιατικήαφιερωτικούςαφιερωτικέςαφιερωτικά
Κλητικήαφιερωτικοίαφιερωτικέςαφιερωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →