αφιονίζω
•
- δίνω σε κάποιον αφιόνι, ναρκώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκοιμίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάφανατίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιονίζω < αφιόν(ι) + -ίζω < τουρκική afyon < ελληνιστικής και απώτερης ινδοευρωπαϊκής προέλευσης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφιονίζω | αφιονίζεις | αφιονίζει | αφιονίζουμε | αφιονίζετε | αφιονίζουν / αφιονίζουνε |
| Παρατατικός | αφιόνιζα | αφιόνιζες | αφιόνιζε | αφιονίζαμε | αφιονίζατε | αφιονίζαν / αφιονίζανε / αφιόνιζαν |
| Αόριστος | αφιόνισα | αφιόνισες | αφιόνισε | αφιονίσαμε | αφιονίσατε | αφιονίσαν / αφιονίσανε / αφιόνισαν |
| Μέλλοντας | θα αφιονίζω / θα αφιονίσω | θα αφιονίζεις / θα αφιονίσεις | θα αφιονίζει / θα αφιονίσει | θα αφιονίζουμε / θα αφιονίσουμε | θα αφιονίζετε / θα αφιονίσετε | θα αφιονίζουν / θα αφιονίζουνε / θα αφιονίσουν / θα αφιονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφιονίσει | έχεις αφιονίσει | έχει αφιονίσει | έχουμε αφιονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφιονίσει | είχες αφιονίσει | είχε αφιονίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφιονίσει / να αφιονίζω / να αφιονίσω | να έχεις αφιονίσει / να αφιονίζεις / να αφιονίσεις | να έχει αφιονίσει / να αφιονίζει / να αφιονίσει | να έχουμε αφιονίσει / να αφιονίζουμε / να αφιονίσουμε | να αφιονίζετε / να αφιονίσετε | να αφιονίζουν / να αφιονίζουνε / να αφιονίσουν / να αφιονίσουνε |
| Προστακτική | — | αφιόνιζε / αφιόνισε | — | — | αφιονίζετε / αφιονίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αφιονίστηκααφιονίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →