Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιόνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτότο φυτό "μήκων η υπνοφόρος", που παράγει το όπιο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη ναρκωτική ουσία όπιο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάοτιδήποτε αποχαυνώνει ή φανατίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιόνι < μεσαιωνική ελληνική αφιόνιον < τουρκική afyon < αραβική أَفْيُون (ʾafyūn) < ελληνιστική κοινή ὄπιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ὀπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sokʷos (χυμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφιόνιαφιόνια
Γενικήαφιονιούαφιονιών
Αιτιατικήαφιόνιαφιόνια
Κλητικήαφιόνιαφιόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →