αφιππεύω
•
- λόγιοκατεβαίνω από το άλογο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιππεύω < αρχαία ελληνική ἀφιππεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφιππεύω | αφιππεύεις | αφιππεύει | αφιππεύουμε | αφιππεύετε | αφιππεύουν / αφιππεύουνε |
| Παρατατικός | αφίππευα | αφίππευες | αφίππευε | αφιππεύαμε | αφιππεύατε | αφίππευαν / αφιππεύαν / αφιππεύανε |
| Αόριστος | αφίππευσα | αφίππευσες | αφίππευσε | αφιππεύσαμε | αφιππεύσατε | αφίππευσαν / αφιππεύσαν / αφιππεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αφιππεύσω / θα αφιππεύω | θα αφιππεύεις / θα αφιππεύσεις | θα αφιππεύει / θα αφιππεύσει | θα αφιππεύουμε / θα αφιππεύσουμε | θα αφιππεύετε / θα αφιππεύσετε | θα αφιππεύουν / θα αφιππεύουνε / θα αφιππεύσουν / θα αφιππεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφιππεύσει | έχεις αφιππεύσει | έχει αφιππεύσει | έχουμε αφιππεύσει | έχετε αφιππεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφιππεύσει | είχες αφιππεύσει | είχε αφιππεύσει | είχαμε αφιππεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφιππεύσει / να αφιππεύσω / να αφιππεύω | να έχεις αφιππεύσει / να αφιππεύεις / να αφιππεύσεις | να έχει αφιππεύσει / να αφιππεύει / να αφιππεύσει | να έχουμε αφιππεύσει / να αφιππεύουμε / να αφιππεύσουμε | να έχετε αφιππεύσει / να αφιππεύετε / να αφιππεύσετε | να αφιππεύουν / να αφιππεύουνε / να αφιππεύσουν / να αφιππεύσουνε |
| Προστακτική | — | αφίππευε / αφίππευσε | — | — | αφιππεύετε / αφιππεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →