ίππος
•
- λόγιοτο άλογο Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος Βικιλεξικό
- φυσικήη μονάδα μέτρησης ισχύος, ίση με 735,499 watt Βικιλεξικό
- μηχανή δέκα ίππων
- σκάκιένα πιόνι με σχήμα κεφαλής αλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίππος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἵππος < πρωτοελληνική *íkkʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu (ταχύς, ὠκύς) :* για το όργανο γυμναστικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cheval d΄arçon :* για τον όρο της φυσικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cheval ή από την αγγλική horse (power)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίππος | ίπποι |
| Γενική | ίππου | ίππων |
| Αιτιατική | ίππο | ίππους |
| Κλητική | ίππε | ίπποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →