Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφομοίωση

/a.foˈmi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
  5. γλωσσολογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
    • παραδειγματα
    • < υπώνυμα: υποχωρητική αφομοίωση ή προληπτική αφομοίωση, προχωρητική αφομοίωση ή εξακολουθητική αφομοίωση

Ετυμολογία

αφομοίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις (εξομοίωση, σύγκριση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assimilation Μορφολογικά, αφ-, ομοίωση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφομοίωσηαφομοιώσεις
Γενικήαφομοίωσηςαφομοιώσεων
Αιτιατικήαφομοίωσηαφομοιώσεις
Κλητικήαφομοίωσηαφομοιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →