αφομοίωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω Βικιλεξικό
- παραδειγματα
- < υπώνυμα: υποχωρητική αφομοίωση ή προληπτική αφομοίωση, προχωρητική αφομοίωση ή εξακολουθητική αφομοίωση
Ετυμολογία
αφομοίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις (εξομοίωση, σύγκριση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assimilation Μορφολογικά, αφ-, ομοίωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφομοίωση | αφομοιώσεις |
| Γενική | αφομοίωσης | αφομοιώσεων |
| Αιτιατική | αφομοίωση | αφομοιώσεις |
| Κλητική | αφομοίωση | αφομοιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →