Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφομοιωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφομοιώνει, δηλαδή απορροφά και ενσωματώνει μέσα του κάτι άλλο, το καθιστά όμοιό του ενώ πριν αυτό δεν ήταν, που έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να ενσωματώνει Βικιλεξικό
    • το ελληνικό αλφάβητο προέκυψε κατά τρόπο αφομοιωτικό από το φοινικικό
  2. που αντικείμενό του, βασική λειτουργία του είναι η αφομοίωση Βικιλεξικό
    • οι αφομοιωτικές λειτουργίες του γαστρεντερικού συστήματος
  3. γλωσσολογίαπου σχετίζεται με το φαινόμενο της αφομοίωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφομοιωτικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφομοιωτικόςαφομοιωτικήαφομοιωτικό
Γενικήαφομοιωτικούαφομοιωτικήςαφομοιωτικού
Αιτιατικήαφομοιωτικόαφομοιωτικήαφομοιωτικό
Κλητικήαφομοιωτικέαφομοιωτικήαφομοιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφομοιωτικοίαφομοιωτικέςαφομοιωτικά
Γενικήαφομοιωτικώναφομοιωτικώναφομοιωτικών
Αιτιατικήαφομοιωτικούςαφομοιωτικέςαφομοιωτικά
Κλητικήαφομοιωτικοίαφομοιωτικέςαφομοιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →