αφομοιώνω
•
- κάνω κάτι όμοιο με άλλο Βικιλεξικό
- εμπεδώνω, κατανοώ κάτι πλήρως Βικιλεξικό
- ενσωματώνω Βικιλεξικό
- αφομοιώνεται στο κοινωνικό σύνολο
Ετυμολογία
αφομοιώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφομοιόω / ἀφομοιῶ < ἀπό + ὁμοιόω < ὅμοιος (με δάσυνση του "π" σε "φ", λόγω του δασυνόμενου αρκτικού "ο")
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφομοιώνω | αφομοιώνεις | αφομοιώνει | αφομοιώνουμε | αφομοιώνετε | αφομοιώνουν / αφομοιώνουνε |
| Παρατατικός | αφομοίωνα | αφομοίωνες | αφομοίωνε | αφομοιώναμε | αφομοιώνατε | αφομοίωναν / αφομοιώναν / αφομοιώνανε |
| Αόριστος | αφομοίωσα | αφομοίωσες | αφομοίωσε | αφομοιώσαμε | αφομοιώσατε | αφομοίωσαν / αφομοιώσαν / αφομοιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αφομοιώνω / θα αφομοιώσω | θα αφομοιώνεις / θα αφομοιώσεις | θα αφομοιώνει / θα αφομοιώσει | θα αφομοιώνουμε / θα αφομοιώσουμε | θα αφομοιώνετε / θα αφομοιώσετε | θα αφομοιώνουν / θα αφομοιώνουνε / θα αφομοιώσουν / θα αφομοιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφομοιώσει | έχεις αφομοιώσει | έχει αφομοιώσει | έχουμε αφομοιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφομοιώσει | είχες αφομοιώσει | είχε αφομοιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφομοιώσει / να αφομοιώνω / να αφομοιώσω | να έχεις αφομοιώσει / να αφομοιώνεις / να αφομοιώσεις | να έχει αφομοιώσει / να αφομοιώνει / να αφομοιώσει | να έχουμε αφομοιώσει / να αφομοιώνουμε / να αφομοιώσουμε | να αφομοιώνετε / να αφομοιώσετε | να αφομοιώνουν / να αφομοιώνουνε / να αφομοιώσουν / να αφομοιώσουνε |
| Προστακτική | — | αφομοίωνε / αφομοίωσε | — | — | αφομοιώνετε / αφομοιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αφομοιώθηκααφομοιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →