αφορμή
•
- το τελευταίο χρονικά ή αξιολογικά αίτιο Βικιλεξικό
- ο ιστορικός πρέπει να διακρίνει τις αφορμές από τα βαθύτερα αίτια ενός γεγονότος
- το έναυσμα Βικιλεξικό
- με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από το θάνατο του Χ, ...
- η πρόφαση, η δικαιολογία, το πρόσχημα Βικιλεξικό
- ποια αφορμή βρήκε πάλι για να μας ενοχλήσει;
Ετυμολογία
αφορμή < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἀφορμή < ἀπό + ὁρμή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφορμή | αφορμές |
| Γενική | αφορμής | αφορμών |
| Αιτιατική | αφορμή | αφορμές |
| Κλητική | αφορμή | αφορμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →