Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφραγκία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοέλλειψη χρημάτων Βικιλεξικό
    • … το απόγευμα που τα λέμε με τον Εντουάρντο για ταξίδια και φευγατιά, ρίχνω μια σπόντα για την αφραγκία μου … (Κωνσταντίνος Τζούμας, Πανωλεθρίαμβος (Αθήνα: Καστανιώτη, 2010), σελ. 130)

Ετυμολογία

αφραγκία < άφραγκ(ος) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφραγκίααφραγκίες
Γενικήαφραγκίαςαφραγκιών
Αιτιατικήαφραγκίααφραγκίες
Κλητικήαφραγκίααφραγκίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →