Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψιλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη έλλειψη χρημάτων Βικιλεξικό
    • Άιντε πλάκωσε αναδουλειά / κι αψιλίες έχω, βρε παιδιά, / αχ αυτά τα έρημα λεφτά / άιντε μου χαλάνε το σεβντά. (Από τραγούδι του Γρηγόρη Ασίκη)

Ετυμολογία

αψιλία < άψιλος + -ία < ψιλά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαψιλίααψιλίες
Γενικήαψιλίαςαψιλιών
Αιτιατικήαψιλίααψιλίες
Κλητικήαψιλίααψιλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →