αφρατεύω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι αφράτο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι αφράτος, πιο μαλακός, ελαφρύς και φουσκωτός (για μείγμα / υλικό που δουλεύεται, π.χ. ζύμη, κρέμα) Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι αφράτος (για άνθρωπο που έχει παχύνει) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφρατεύω < αφράτος + -εύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →