αφροξυλιά
•
- θάμνος ή μικρό δέντρο που έχει μαλακό και ελαφρύ ξύλο όταν είναι σε νεαρή ηλικία (ακτή η μέλαινα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφροξυλιά < αφρόξυλ(ο) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφροξυλιά | αφροξυλιές |
| Γενική | αφροξυλιάς | αφροξυλιών |
| Αιτιατική | αφροξυλιά | αφροξυλιές |
| Κλητική | αφροξυλιά | αφροξυλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →