αφτιάζομαι
•
- λαϊκότροποακούω κάτι εντείνοντας την προσοχή μου προς αυτό τον σκοπό Βικιλεξικό
- λαϊκότροποφοβάμαι ακούγοντας κάποιον ήχο ή θόρυβο (ίσως και ανύπαρκτο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφτιάζομαι < αφτί + -ιάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφτιάζομαι | αφτιάζεσαι | αφτιάζεται | αφτιαζόμαστε | αφτιάζεστε | αφτιάζονται |
| Παρατατικός | αφτιαζόμουν / αφτιαζόμουνα | αφτιαζόσουν / αφτιαζόσουνα | αφτιαζόταν / αφτιαζότανε | αφτιαζόμασταν / αφτιαζόμαστε | αφτιαζόσασταν / αφτιαζόσαστε | αφτιάζονταν / αφτιαζόντουσαν |
| Αόριστος | αφτιάστηκα | αφτιάστηκες | αφτιάστηκε | αφτιαστήκαμε | αφτιαστήκατε | αφτιάστηκαν / αφτιαστήκαν / αφτιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αφτιάζομαι / θα αφτιαστώ | θα αφτιάζεσαι / θα αφτιαστείς | θα αφτιάζεται / θα αφτιαστεί | θα αφτιαζόμαστε / θα αφτιαστούμε | θα αφτιάζεστε / θα αφτιαστείτε | θα αφτιάζονται / θα αφτιαστούν / θα αφτιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αφτιαστεί | έχεις αφτιαστεί | έχει αφτιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφτιαστεί | είχες αφτιαστεί | είχε αφτιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφτιαστεί / να αφτιάζομαι / να αφτιαστώ | να έχεις αφτιαστεί / να αφτιάζεσαι / να αφτιαστείς | να έχει αφτιαστεί / να αφτιάζεται / να αφτιαστεί | να αφτιαζόμαστε / να αφτιαστούμε | να αφτιάζεστε / να αφτιαστείτε | να αφτιάζονται / να αφτιαστούν / να αφτιαστούνε |
| Προστακτική | — | αφτιάζου / αφτιάσου | — | — | αφτιάζεστε / αφτιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →