Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφυπνίζω

ρήμα
•
  1. ξυπνώ κάποιον Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεπαναφέρω κάποιον στην πραγματικότητα Βικιλεξικό
    • τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων και οι συμβουλές του γιατρού αφύπνισαν τον Νίκο ο οποίος πλέον προσέχει τη διατροφή του και αθλείται συχνά

Ετυμολογία

αφυπνίζω < αρχαία ελληνική ἀφυπνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαφυπνίζωαφυπνίζειςαφυπνίζειαφυπνίζουμεαφυπνίζετεαφυπνίζουν / αφυπνίζουνε
Παρατατικόςαφύπνιζααφύπνιζεςαφύπνιζεαφυπνίζαμεαφυπνίζατεαφυπνίζαν / αφυπνίζανε / αφύπνιζαν
Αόριστοςαφύπνισααφύπνισεςαφύπνισεαφυπνίσαμεαφυπνίσατεαφυπνίσαν / αφυπνίσανε / αφύπνισαν
Μέλλονταςθα αφυπνίζω / θα αφυπνίσωθα αφυπνίζεις / θα αφυπνίσειςθα αφυπνίζει / θα αφυπνίσειθα αφυπνίζουμε / θα αφυπνίσουμεθα αφυπνίζετε / θα αφυπνίσετεθα αφυπνίζουν / θα αφυπνίζουνε / θα αφυπνίσουν / θα αφυπνίσουνε
Παρακείμενοςέχω αφυπνίσειέχεις αφυπνίσειέχει αφυπνίσειέχουμε αφυπνίσειέχετε αφυπνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αφυπνίσειείχες αφυπνίσειείχε αφυπνίσειείχαμε αφυπνίσει——
Υποτακτικήνα έχω αφυπνίσει / να αφυπνίζω / να αφυπνίσωνα έχεις αφυπνίσει / να αφυπνίζεις / να αφυπνίσειςνα έχει αφυπνίσει / να αφυπνίζει / να αφυπνίσεινα έχουμε αφυπνίσει / να αφυπνίζουμε / να αφυπνίσουμενα έχετε αφυπνίσει / να αφυπνίζετε / να αφυπνίσετενα αφυπνίζουν / να αφυπνίζουνε / να αφυπνίσουν / να αφυπνίσουνε
Προστακτική—αφύπνιζε / αφύπνισε——αφυπνίζετε / αφυπνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →