αφυπνίζω
•
- ξυπνώ κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαναφέρω κάποιον στην πραγματικότητα Βικιλεξικό
- τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων και οι συμβουλές του γιατρού αφύπνισαν τον Νίκο ο οποίος πλέον προσέχει τη διατροφή του και αθλείται συχνά
Ετυμολογία
αφυπνίζω < αρχαία ελληνική ἀφυπνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφυπνίζω | αφυπνίζεις | αφυπνίζει | αφυπνίζουμε | αφυπνίζετε | αφυπνίζουν / αφυπνίζουνε |
| Παρατατικός | αφύπνιζα | αφύπνιζες | αφύπνιζε | αφυπνίζαμε | αφυπνίζατε | αφυπνίζαν / αφυπνίζανε / αφύπνιζαν |
| Αόριστος | αφύπνισα | αφύπνισες | αφύπνισε | αφυπνίσαμε | αφυπνίσατε | αφυπνίσαν / αφυπνίσανε / αφύπνισαν |
| Μέλλοντας | θα αφυπνίζω / θα αφυπνίσω | θα αφυπνίζεις / θα αφυπνίσεις | θα αφυπνίζει / θα αφυπνίσει | θα αφυπνίζουμε / θα αφυπνίσουμε | θα αφυπνίζετε / θα αφυπνίσετε | θα αφυπνίζουν / θα αφυπνίζουνε / θα αφυπνίσουν / θα αφυπνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφυπνίσει | έχεις αφυπνίσει | έχει αφυπνίσει | έχουμε αφυπνίσει | έχετε αφυπνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφυπνίσει | είχες αφυπνίσει | είχε αφυπνίσει | είχαμε αφυπνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφυπνίσει / να αφυπνίζω / να αφυπνίσω | να έχεις αφυπνίσει / να αφυπνίζεις / να αφυπνίσεις | να έχει αφυπνίσει / να αφυπνίζει / να αφυπνίσει | να έχουμε αφυπνίσει / να αφυπνίζουμε / να αφυπνίσουμε | να έχετε αφυπνίσει / να αφυπνίζετε / να αφυπνίσετε | να αφυπνίζουν / να αφυπνίζουνε / να αφυπνίσουν / να αφυπνίσουνε |
| Προστακτική | — | αφύπνιζε / αφύπνισε | — | — | αφυπνίζετε / αφυπνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →