Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφύπνιση

/aˈfi.pni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ξύπνημα Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραυπηρεσία ειδοποίησης σε ρόλο ξυπνητηριού Βικιλεξικό
    • Με πήραν τηλέφωνο απ' την αφύπνιση, αλλά ξανακοιμήθηκα.
  3. μεταφορικάη επαναφορά και η επάνοδος στη συνείδηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφύπνιση < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφύπνι(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀφυπνίζω → δείτε ἀφ-, ὕπνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφύπνισηαφυπνίσεις
Γενικήαφύπνισηςαφυπνίσεων
Αιτιατικήαφύπνισηαφυπνίσεις
Κλητικήαφύπνισηαφυπνίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →