αφύπνιση
•
- το ξύπνημα Βικιλεξικό
- ειδικότεραυπηρεσία ειδοποίησης σε ρόλο ξυπνητηριού Βικιλεξικό
- Με πήραν τηλέφωνο απ' την αφύπνιση, αλλά ξανακοιμήθηκα.
- μεταφορικάη επαναφορά και η επάνοδος στη συνείδηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφύπνιση < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφύπνι(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀφυπνίζω → δείτε ἀφ-, ὕπνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφύπνιση | αφυπνίσεις |
| Γενική | αφύπνισης | αφυπνίσεων |
| Αιτιατική | αφύπνιση | αφυπνίσεις |
| Κλητική | αφύπνιση | αφυπνίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →