αχάλαγος
•
- σπάνιοάλλη γραφή του αχάλαστος Βικιλεξικό
- προφορικόπου δεν ενοχλείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχάλαγος < αχάλαστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχάλαγος | αχάλαγη | αχάλαγο |
| Γενική | αχάλαγου | αχάλαγης | αχάλαγου |
| Αιτιατική | αχάλαγο | αχάλαγη | αχάλαγο |
| Κλητική | αχάλαγε | αχάλαγη | αχάλαγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχάλαγοι | αχάλαγες | αχάλαγα |
| Γενική | αχάλαγων | αχάλαγων | αχάλαγων |
| Αιτιατική | αχάλαγους | αχάλαγες | αχάλαγα |
| Κλητική | αχάλαγοι | αχάλαγες | αχάλαγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →