χαλάω
•
- μεταβατικόκαταστρέφω, προκαλώ βλάβη μία συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμό ώστε να μη λειτουργεί πια Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσκοτώνω Βικιλεξικό
- Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, 'Ασμα δεύτερον. @greek-language.gr Οι τρεις. Διάκος. Πανουργιάς. Δυοβουνιώτης. στίχ.38, μιλά ο Δυοβουνιώτης.
- Είδα κι εγώ τη μάνα σου απόψε στ’ όνειρό μου και μου ’πε νά ’ρθω να σε βρω και να σου πω, Θανάση, που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάσει ο κόσμος,
- μεταβατικόκαταστρέφω, προκαλώ ζημιά σε κάτι (σχέση, διάθεση κλπ) Βικιλεξικό
- αυτό το περιστατικό μου χάλασε τη διάθεση
- μεταβατικόκακομαθαίνω κάποιον Βικιλεξικό
- Μη του κάνεις όλες τις χάρες, θα μου το χαλάσεις.
- μεταβατικόδημιουργώ σε κάποιον άσχημη διάθεση Βικιλεξικό
- αυτό το περιστατικό με χάλασε
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον αδιαθεσία Βικιλεξικό
- αυτό το γλυκό με χάλασε
- μεταβατικόαλλάζω νόμισμα με μικρότερης αξίας νομίσματα Βικιλεξικό
- Έχετε να μου χαλάσετε ένα εικοσάρικο σε μονόευρα;
- αμετάβατοδε λειτουργώ κανονικά, παθαίνω βλάβη Βικιλεξικό
- χάλασε το αυτοκίνητο
- αμετάβατοκαταστρέφομαι Βικιλεξικό
- μ' αυτό το περιστατικό μου χάλασε η διάθεση
- αμετάβατοαλλοιώνομαι Βικιλεξικό
- αφήσαμε το γάλα εκτός ψυγείου και χάλασε
- αμετάβατοξοδεύομαι Βικιλεξικό
- χαλάστηκαν πολλά λεφτά
Ετυμολογία
χαλάω < χαλ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαλῶ, συνηρημένος τύπος του χαλάω (χαλαρώνω). Η σημασία, από το μεσαιωνικό χαλῶ. Δείτε και το χαλνώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαλάω / χαλώ | χαλάς | χαλά / χαλάει | χαλάμε / χαλούμε | χαλάτε | χαλάν / χαλάνε / χαλούν / χαλούνε |
| Παρατατικός | χάλαγα / χαλούσα | χάλαγες / χαλούσες | χάλαγε / χαλούσε | χαλάγαμε / χαλούσαμε | χαλάγατε / χαλούσατε | χάλαγαν / χαλάγανε / χαλούσαν / χαλούσανε |
| Αόριστος | χάλασα | χάλασες | χάλασε | χαλάσαμε | χαλάσατε | — |
| Μέλλοντας | θα χαλάσω / θα χαλάω / θα χαλώ | θα χαλάς / θα χαλάσεις | θα χαλά / θα χαλάει / θα χαλάσει | θα χαλάμε / θα χαλάσουμε / θα χαλούμε | θα χαλάσετε / θα χαλάτε | θα χαλάν / θα χαλάνε / θα χαλούν / θα χαλούνε |
| Υποτακτική | να χαλάσω / να χαλάω / να χαλώ | να χαλάς / να χαλάσεις | να χαλά / να χαλάει / να χαλάσει | να χαλάμε / να χαλάσουμε / να χαλούμε | να χαλάσετε / να χαλάτε | να χαλάν / να χαλάνε / να χαλούν / να χαλούνε |
| Προστακτική | — | χάλα / χάλαγε / χάλασε | — | — | χαλάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαλάστηκαχαλιέμαιχαλάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →