Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλάω

/xaˈla.o/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκαταστρέφω, προκαλώ βλάβη μία συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμό ώστε να μη λειτουργεί πια Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποσκοτώνω Βικιλεξικό
    • Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, 'Ασμα δεύτερον. @greek-language.gr Οι τρεις. Διάκος. Πανουργιάς. Δυοβουνιώτης. στίχ.38, μιλά ο Δυοβουνιώτης.
    • Είδα κι εγώ τη μάνα σου απόψε στ’ όνειρό μου και μου ’πε νά ’ρθω να σε βρω και να σου πω, Θανάση, που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάσει ο κόσμος,
  3. μεταβατικόκαταστρέφω, προκαλώ ζημιά σε κάτι (σχέση, διάθεση κλπ) Βικιλεξικό
    • αυτό το περιστατικό μου χάλασε τη διάθεση
  4. μεταβατικόκακομαθαίνω κάποιον Βικιλεξικό
    • Μη του κάνεις όλες τις χάρες, θα μου το χαλάσεις.
  5. μεταβατικόδημιουργώ σε κάποιον άσχημη διάθεση Βικιλεξικό
    • αυτό το περιστατικό με χάλασε
  6. μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον αδιαθεσία Βικιλεξικό
    • αυτό το γλυκό με χάλασε
  7. μεταβατικόαλλάζω νόμισμα με μικρότερης αξίας νομίσματα Βικιλεξικό
    • Έχετε να μου χαλάσετε ένα εικοσάρικο σε μονόευρα;
  8. αμετάβατοδε λειτουργώ κανονικά, παθαίνω βλάβη Βικιλεξικό
    • χάλασε το αυτοκίνητο
  9. αμετάβατοκαταστρέφομαι Βικιλεξικό
    • μ' αυτό το περιστατικό μου χάλασε η διάθεση
  10. αμετάβατοαλλοιώνομαι Βικιλεξικό
    • αφήσαμε το γάλα εκτός ψυγείου και χάλασε
  11. αμετάβατοξοδεύομαι Βικιλεξικό
    • χαλάστηκαν πολλά λεφτά

Ετυμολογία

χαλάω < χαλ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαλῶ, συνηρημένος τύπος του χαλάω (χαλαρώνω). Η σημασία, από το μεσαιωνικό χαλῶ. Δείτε και το χαλνώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχαλάω / χαλώχαλάςχαλά / χαλάειχαλάμε / χαλούμεχαλάτεχαλάν / χαλάνε / χαλούν / χαλούνε
Παρατατικόςχάλαγα / χαλούσαχάλαγες / χαλούσεςχάλαγε / χαλούσεχαλάγαμε / χαλούσαμεχαλάγατε / χαλούσατεχάλαγαν / χαλάγανε / χαλούσαν / χαλούσανε
Αόριστοςχάλασαχάλασεςχάλασεχαλάσαμεχαλάσατε—
Μέλλονταςθα χαλάσω / θα χαλάω / θα χαλώθα χαλάς / θα χαλάσειςθα χαλά / θα χαλάει / θα χαλάσειθα χαλάμε / θα χαλάσουμε / θα χαλούμεθα χαλάσετε / θα χαλάτεθα χαλάν / θα χαλάνε / θα χαλούν / θα χαλούνε
Υποτακτικήνα χαλάσω / να χαλάω / να χαλώνα χαλάς / να χαλάσειςνα χαλά / να χαλάει / να χαλάσεινα χαλάμε / να χαλάσουμε / να χαλούμενα χαλάσετε / να χαλάτενα χαλάν / να χαλάνε / να χαλούν / να χαλούνε
Προστακτική—χάλα / χάλαγε / χάλασε——χαλάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χαλάστηκαχαλιέμαιχαλάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →