αχαρτογράφητος
•
- που είναι άγνωστος ως περιοχή, δεν έχει χαρτογραφηθεί με ακρίβεια, δεν έχει εξερευνηθεί Βικιλεξικό
- αχαρτογράφητο σπήλαιο, αχαρτογράφητος βυθός
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπου δεν αναφέρεται σε καμία χαρτογράφηση, σαν να μην υπάρχει, δεν έχει καταγραφεί είτε κυριολεκτικά (π.χ. ένας δρόμος που διανοίχθηκε πρόσφατα) είτε μεταφορικά Βικιλεξικό
- Η χώρα μας πλέει σε αχαρτογράφητα νερά και εμείς καλούμαστε να πλοηγηθούμε προς άγνωστες κατευθύνσεις ("Ελευθεροτυπία", 30-11-13)
Ετυμολογία
αχαρτογράφητος < α- στερητικό + (χαρτογραφώ) χαρτογραφη- + -τος (κατά το αγεωγράφητος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχαρτογράφητος | αχαρτογράφητη | αχαρτογράφητο |
| Γενική | αχαρτογράφητου | αχαρτογράφητης | αχαρτογράφητου |
| Αιτιατική | αχαρτογράφητο | αχαρτογράφητη | αχαρτογράφητο |
| Κλητική | αχαρτογράφητε | αχαρτογράφητη | αχαρτογράφητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχαρτογράφητοι | αχαρτογράφητες | αχαρτογράφητα |
| Γενική | αχαρτογράφητων | αχαρτογράφητων | αχαρτογράφητων |
| Αιτιατική | αχαρτογράφητους | αχαρτογράφητες | αχαρτογράφητα |
| Κλητική | αχαρτογράφητοι | αχαρτογράφητες | αχαρτογράφητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →