Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχαρτογράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι άγνωστος ως περιοχή, δεν έχει χαρτογραφηθεί με ακρίβεια, δεν έχει εξερευνηθεί Βικιλεξικό
    • αχαρτογράφητο σπήλαιο, αχαρτογράφητος βυθός
  2. κυριολεκτικά και μεταφορικάπου δεν αναφέρεται σε καμία χαρτογράφηση, σαν να μην υπάρχει, δεν έχει καταγραφεί είτε κυριολεκτικά (π.χ. ένας δρόμος που διανοίχθηκε πρόσφατα) είτε μεταφορικά Βικιλεξικό
    • Η χώρα μας πλέει σε αχαρτογράφητα νερά και εμείς καλούμαστε να πλοηγηθούμε προς άγνωστες κατευθύνσεις ("Ελευθεροτυπία", 30-11-13)

Ετυμολογία

αχαρτογράφητος < α- στερητικό + (χαρτογραφώ) χαρτογραφη- + -τος (κατά το αγεωγράφητος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαρτογράφητοςαχαρτογράφητηαχαρτογράφητο
Γενικήαχαρτογράφητουαχαρτογράφητηςαχαρτογράφητου
Αιτιατικήαχαρτογράφητοαχαρτογράφητηαχαρτογράφητο
Κλητικήαχαρτογράφητεαχαρτογράφητηαχαρτογράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαρτογράφητοιαχαρτογράφητεςαχαρτογράφητα
Γενικήαχαρτογράφητωναχαρτογράφητωναχαρτογράφητων
Αιτιατικήαχαρτογράφητουςαχαρτογράφητεςαχαρτογράφητα
Κλητικήαχαρτογράφητοιαχαρτογράφητεςαχαρτογράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →