Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχρειολογώ

ρήμα
•
  1. λόγιολέω αχρειολογίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχρειολογώ < αχρειολόγος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαχρειολογώαχρειολογείςαχρειολογείαχρειολογούμεαχρειολογείτεαχρειολογούν / αχρειολογούνε
Παρατατικόςαχρειολογούσααχρειολογούσεςαχρειολογούσεαχρειολογούσαμεαχρειολογούσατεαχρειολογούσαν / αχρειολογούσανε
Αόριστοςαχρειολόγησααχρειολόγησεςαχρειολόγησεαχρειολογήσαμεαχρειολογήσατεαχρειολογήσαν / αχρειολογήσανε / αχρειολόγησαν
Μέλλονταςθα αχρειολογήσω / θα αχρειολογώθα αχρειολογήσεις / θα αχρειολογείςθα αχρειολογήσει / θα αχρειολογείθα αχρειολογήσουμε / θα αχρειολογούμεθα αχρειολογήσετε / θα αχρειολογείτεθα αχρειολογήσουν / θα αχρειολογήσουνε / θα αχρειολογούν / θα αχρειολογούνε
Παρακείμενοςέχω αχρειολογήσειέχεις αχρειολογήσειέχει αχρειολογήσειέχουμε αχρειολογήσειέχετε αχρειολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αχρειολογήσειείχες αχρειολογήσειείχε αχρειολογήσειείχαμε αχρειολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω αχρειολογήσει / να αχρειολογήσω / να αχρειολογώνα έχεις αχρειολογήσει / να αχρειολογήσεις / να αχρειολογείςνα έχει αχρειολογήσει / να αχρειολογήσει / να αχρειολογείνα έχουμε αχρειολογήσει / να αχρειολογήσουμε / να αχρειολογούμενα έχετε αχρειολογήσει / να αχρειολογήσετε / να αχρειολογείτενα αχρειολογήσουν / να αχρειολογήσουνε / να αχρειολογούν / να αχρειολογούνε
Προστακτική—αχρειολόγει / αχρειολόγησε——αχρειολογήστε / αχρειολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →