αχρειολογώ
•
- λόγιολέω αχρειολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχρειολογώ < αχρειολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχρειολογώ | αχρειολογείς | αχρειολογεί | αχρειολογούμε | αχρειολογείτε | αχρειολογούν / αχρειολογούνε |
| Παρατατικός | αχρειολογούσα | αχρειολογούσες | αχρειολογούσε | αχρειολογούσαμε | αχρειολογούσατε | αχρειολογούσαν / αχρειολογούσανε |
| Αόριστος | αχρειολόγησα | αχρειολόγησες | αχρειολόγησε | αχρειολογήσαμε | αχρειολογήσατε | αχρειολογήσαν / αχρειολογήσανε / αχρειολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αχρειολογήσω / θα αχρειολογώ | θα αχρειολογήσεις / θα αχρειολογείς | θα αχρειολογήσει / θα αχρειολογεί | θα αχρειολογήσουμε / θα αχρειολογούμε | θα αχρειολογήσετε / θα αχρειολογείτε | θα αχρειολογήσουν / θα αχρειολογήσουνε / θα αχρειολογούν / θα αχρειολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αχρειολογήσει | έχεις αχρειολογήσει | έχει αχρειολογήσει | έχουμε αχρειολογήσει | έχετε αχρειολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχρειολογήσει | είχες αχρειολογήσει | είχε αχρειολογήσει | είχαμε αχρειολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αχρειολογήσει / να αχρειολογήσω / να αχρειολογώ | να έχεις αχρειολογήσει / να αχρειολογήσεις / να αχρειολογείς | να έχει αχρειολογήσει / να αχρειολογήσει / να αχρειολογεί | να έχουμε αχρειολογήσει / να αχρειολογήσουμε / να αχρειολογούμε | να έχετε αχρειολογήσει / να αχρειολογήσετε / να αχρειολογείτε | να αχρειολογήσουν / να αχρειολογήσουνε / να αχρειολογούν / να αχρειολογούνε |
| Προστακτική | — | αχρειολόγει / αχρειολόγησε | — | — | αχρειολογήστε / αχρειολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →