Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχρειόγλωσσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου λέει αχρεία πράγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχρειόγλωσσος < αχρείος + -ο- + -γλωσσος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχρειόγλωσσοςαχρειόγλωσσηαχρειόγλωσσο
Γενικήαχρειόγλωσσουαχρειόγλωσσηςαχρειόγλωσσου
Αιτιατικήαχρειόγλωσσοαχρειόγλωσσηαχρειόγλωσσο
Κλητικήαχρειόγλωσσεαχρειόγλωσσηαχρειόγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχρειόγλωσσοιαχρειόγλωσσεςαχρειόγλωσσα
Γενικήαχρειόγλωσσωναχρειόγλωσσωναχρειόγλωσσων
Αιτιατικήαχρειόγλωσσουςαχρειόγλωσσεςαχρειόγλωσσα
Κλητικήαχρειόγλωσσοιαχρειόγλωσσεςαχρειόγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →