Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχρείος

/aˈxɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. υβριστικόβαρύς απαξιωτικός χαρακτηρισμός κάποιου με ανήθικη, ανέντιμη συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχρείος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀχρεῖος (άρχηστος, κατώτερος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχρείοςαχρείααχρείο
Γενικήαχρείουαχρείαςαχρείου
Αιτιατικήαχρείοαχρείααχρείο
Κλητικήαχρείεαχρείααχρείο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχρείοιαχρείεςαχρεία
Γενικήαχρείωναχρείωναχρείων
Αιτιατικήαχρείουςαχρείεςαχρεία
Κλητικήαχρείοιαχρείεςαχρεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →