Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχρηματία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος αχρήματος, να μην έχει χρήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχρηματία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀχρηματία < αχρήματος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχρηματίααχρηματίες
Γενικήαχρηματίαςαχρηματιών
Αιτιατικήαχρηματίααχρηματίες
Κλητικήαχρηματίααχρηματίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →