αδεκαρία
•
- το να είναι κανείς αδέκαρος, να μην έχει ούτε δεκάρα, η έλλειψη χρημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδεκαρία < α- στερητικό + δεκάρα + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδεκαρία | αδεκαρίες |
| Γενική | αδεκαρίας | αδεκαριών |
| Αιτιατική | αδεκαρία | αδεκαρίες |
| Κλητική | αδεκαρία | αδεκαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →