Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψίχολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοο αψίθυμος, αψίκορος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αψίχολος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁψίχολος (όψιμη ελληνιστική κοινή) Αναλύεται σε αψί- < αρχαία ελληνική ἁψί- + χόλ(ος) χολ(ή) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψίχολοςαψίχοληαψίχολο
Γενικήαψίχολουαψίχοληςαψίχολου
Αιτιατικήαψίχολοαψίχοληαψίχολο
Κλητικήαψίχολεαψίχοληαψίχολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψίχολοιαψίχολεςαψίχολα
Γενικήαψίχολωναψίχολωναψίχολων
Αιτιατικήαψίχολουςαψίχολεςαψίχολα
Κλητικήαψίχολοιαψίχολεςαψίχολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →