Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χολή

/xoˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίαη χοληδόχος κύστη Βικιλεξικό
  2. πικρό και πρασινωπό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από το συκώτι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκακία Βικιλεξικό
    • Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα αιθιοπικής χονδροτεχνίας. (Δημήτρης Παυλόπουλος, Πώς δημιουργήθηκε το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, uoa.gr, ανακτήθηκε στις 16/8/2025 https://www.uoa.gr/to_panepistimio/istoria_kai_prooptikes/to_labaro_toy_pan/mioy)
    • μιλούσε και τα λόγια του έσταζαν χολή

Ετυμολογία

χολή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πράσινος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχολήχολές
Γενικήχολήςχολών
Αιτιατικήχολήχολές
Κλητικήχολήχολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →