Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψαλίδιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ψαλιδιστεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν έχει ψαλιδιστεί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει ψαλιδιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αψαλίδιστος < α- + ψαλιδίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψαλίδιστοςαψαλίδιστηαψαλίδιστο
Γενικήαψαλίδιστουαψαλίδιστηςαψαλίδιστου
Αιτιατικήαψαλίδιστοαψαλίδιστηαψαλίδιστο
Κλητικήαψαλίδιστεαψαλίδιστηαψαλίδιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψαλίδιστοιαψαλίδιστεςαψαλίδιστα
Γενικήαψαλίδιστωναψαλίδιστωναψαλίδιστων
Αιτιατικήαψαλίδιστουςαψαλίδιστεςαψαλίδιστα
Κλητικήαψαλίδιστοιαψαλίδιστεςαψαλίδιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →