Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αψώνιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν ψωνίσει Βικιλεξικό
  2. που δεν την έχει ψωνίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αψώνιστος < α- + ψωνίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψώνιστοςαψώνιστηαψώνιστο
Γενικήαψώνιστουαψώνιστηςαψώνιστου
Αιτιατικήαψώνιστοαψώνιστηαψώνιστο
Κλητικήαψώνιστεαψώνιστηαψώνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαψώνιστοιαψώνιστεςαψώνιστα
Γενικήαψώνιστωναψώνιστωναψώνιστων
Αιτιατικήαψώνιστουςαψώνιστεςαψώνιστα
Κλητικήαψώνιστοιαψώνιστεςαψώνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →