αύλειος
•
- λόγιοτης αυλής, που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή Βικιλεξικό
- Αλλάζει όψη ο αύλειος χώρος του Μποδοσάκειου (*)
Ετυμολογία
αύλειος < αρχαία ελληνική αὔλειος < αὐλή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αύλειος | αύλεια | αύλειο |
| Γενική | αύλειου | αύλειας | αύλειου |
| Αιτιατική | αύλειο | αύλεια | αύλειο |
| Κλητική | αύλειε | αύλεια | αύλειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αύλειοι | αύλειες | αύλεια |
| Γενική | αύλειων | αύλειων | αύλειων |
| Αιτιατική | αύλειους | αύλειες | αύλεια |
| Κλητική | αύλειοι | αύλειες | αύλεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →