Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αύλειος

/ˈa.vli.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοτης αυλής, που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή Βικιλεξικό
    • Αλλάζει όψη ο αύλειος χώρος του Μποδοσάκειου (*)

Ετυμολογία

αύλειος < αρχαία ελληνική αὔλειος < αὐλή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαύλειοςαύλειααύλειο
Γενικήαύλειουαύλειαςαύλειου
Αιτιατικήαύλειοαύλειααύλειο
Κλητικήαύλειεαύλειααύλειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαύλειοιαύλειεςαύλεια
Γενικήαύλειωναύλειωναύλειων
Αιτιατικήαύλειουςαύλειεςαύλεια
Κλητικήαύλειοιαύλειεςαύλεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →