Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βάβω

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γιαγιά Βικιλεξικό
  2. οικείοη γριά Βικιλεξικό
    • Κάηκε η βάβω στο κουρκούτι και φυσάει και το γιαούρτι (παροιμία)

Ετυμολογία

βάβω < μπάμπω < σλαβικής προέλευσης бабо, κλητική τού баба < πρωτοσλαβική *baba (νηπιακή λέξη)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβάβωβάβες
Γενικήβάβωςβάβων
Αιτιατικήβάβωβάβες
Κλητικήβάβωβάβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →