βάγιο
•
- συνήθως στον πληθυντικόκλαδί από διάφορα φυτά (φοίνικας, μυρτιά, δάφνη) που δίνεται στην εκκλησία την Κυριακή των Βαΐων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάγιο < ενικός του βάγια (ουδέτερο) < βάγια (θηλυκό) : Ή, ενικός του μεσαιωνικού πληθυντικού βάγια < ελληνιστική κοινή βάϊον. Όπως στη μεσαιωνική ελληνική λέξη βαγί (< βαΐον/βάϊον, υποκοριστικό του βάϊς (φύλλο φοίνικα) < αρχαία αιγυπτιακά b'j (δείτε και κοπτική bai)
Άλλοι τύποι
βάιο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →