βάζελος
•
- αθλητισμόςοπαδός ή φίλαθλος της ομάδας του Παναθηναϊκού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάζελος < (βαζελίνη) βαζελ- -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάζελος | βάζελοι |
| Γενική | βάζελου | βάζελων |
| Αιτιατική | βάζελο | βάζελους |
| Κλητική | βάζελε | βάζελοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →