Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παναθηναϊκάκιας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκό: οπαδός ή φίλαθλος του Παναθηναϊκού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παναθηναϊκάκιας < Παναθηναϊκός + -άκιας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαναθηναϊκάκιαςπαναθηναϊκάκηδες
Γενικήπαναθηναϊκάκιαπαναθηναϊκάκηδων
Αιτιατικήπαναθηναϊκάκιαπαναθηναϊκάκηδες
Κλητικήπαναθηναϊκάκιαπαναθηναϊκάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →