βάζο
•
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό Βικιλεξικό
- Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών Βικιλεξικό
- Ἀλήθεια, ἠξεύρω πῶς τρελλαίνεσθε διά τήν κομπόστα· σήμερα κατεσκεύασα ἀρκετὴν καὶ σᾶς ἐφύλαξα ἕνα βάζο. - Πόσον εἶσθε ἐρασμία! δότε μού το κι αὐτό . – Ὄχι, ἡ ὑπηρέτρια σᾶς τὸ φέρνει εἰς τὸ ἁμάξι. (Θ. Γραμματικόπουλος, Αστήρ του Πόντου, περιοδικόν σύγγραμμα, τόμος 1, Τραπεζούντα, Τυπογραφείο Δ. Ξιφιλίνου και Γ.Σοφιανό, 1885, σελ. 109)
Ετυμολογία
βάζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vaso < λατινική vasum / vas
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάζο | βάζα |
| Γενική | βάζου | βάζων |
| Αιτιατική | βάζο | βάζα |
| Κλητική | βάζο | βάζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →