βατσέλι
•
- ιδιωματικόλεκανίτσα Βικιλεξικό
- Ἔκαναν φωνὲς καὶ γέλια / τὰ παιδιὰ μὲ τὰ βατσέλια. (Διονύσιος Σολωμός, Το όνειρο)
- ιδιωματικόνιπτήρας Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμέτρο ζυγίσματος ελιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βατσέλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική vascello < λατινική vascellum < vasculum, υποκοριστικό του vas / vasum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βατσέλι | βατσέλια |
| Γενική | βατσελιού | βατσελιών |
| Αιτιατική | βατσέλι | βατσέλια |
| Κλητική | βατσέλι | βατσέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →