βάζω τρικλοποδιά
•
- κυριολεκτικάκάνω τρικλοποδιά σε κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρεμποδίζω κάτι και παράλληλα προκαλώ βλάβες σε αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάζω τρικλοποδιά < → δείτε τις λέξεις βάζω και τρικλοποδιά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →