ρίχνω
•
- προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού Βικιλεξικό
- Ο τερματοφύλακας έριξε την μπάλα στον συμπαίκτη του.
- Οι τοξότες έριχναν βέλη στο εχθρικό στράτευμα.
- < υπώνυμα: βάλλω
- (μεταφορικά)
- προκαλώ την πτώση ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- Από απροσεξία έριξα κάτω το βάζο και το έσπασα.
- γκρεμίζω Βικιλεξικό
- Έριξα έναν τοίχο για να μεγαλώσω το σαλόνι.
- μεταφορικάμε έντεχνο τρόπο κερδίζω τη συναίνεση (συμφωνία, έγκριση κλπ) κάποιου Βικιλεξικό
- Με τις γαλιφιές τον έριξε τελικά τον πατέρα της και της αγόρασε αυτοκίνητο.
- κερδίζω την ερωτική εύνοια κάποιου, τη συγκατάθεσή του για σύναψη ερωτικής σχέσης
- μεταφορικάμειώνω Βικιλεξικό
- Το μαγαζί εκείνο έριξε πολύ τις τιμές τελευταία.
- μεταφορικάυποβιβάζω Βικιλεξικό
- Με την συμπεριφορά του έριξε το επίπεδο της επικοινωνίας.
- μεταφορικάαδικώ κάποιον Βικιλεξικό
- Με την επίτευξη της συμφωνίας έγινε φανερό ότι τον είχε ρίξει ο συνέταιρός του.
- μεταφορικάεξωθώ, οδηγώ κάποιον σε άσχημη συμπεριφορά ή κατάσταση Βικιλεξικό
- Ο θάνατος του γιου του τον έριξε στην κατάθλιψη.
- λαϊκόεπιβάλλω Βικιλεξικό
- Του έριξε μια ποινή, που το φυσάει και δεν κρυώνει.
- για προϊόνταλανσάρω, προωθώ Βικιλεξικό
- Η εταιρεία έριξε νέα μοντέλα αυτοκινήτων στην αγορά.
- αποδίδω, επιρρίπτω Βικιλεξικό
- Έριξαν όλη την ευθύνη για την ήττα στις εκλογές στον αρχηγό του κόμματος.
- μεταφορικάαφοσιώνομαι σε κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά.
- λέω κάτι σύντομα, διατυπώνω μια νέα ιδέα, προτείνω Βικιλεξικό
- Έριξε την ιδέα να κάνουν εξαγωγές των προϊόντων της εταιρείας στη Βουλγαρία.
- για χρήματατοποθετώ Βικιλεξικό
- Έριξε όλες τις αποταμιεύσεις του σε αμοιβαία κεφάλαια.
- για κατασκευέςχτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω Βικιλεξικό
- Πήρε δάνειο και έριξε ένα τριώροφο.
- πυροβολώ Βικιλεξικό
- Έριχνε στο ψαχνό. Ήταν σε κατάσταση αμόκ.
- ειδικότεραεκτελώ με τουφεκισμό Βικιλεξικό
- Τον Κώστα θα τον ρίξουν αύριο.
- καταρρίπτω Βικιλεξικό
- Οι στρατιώτες κατάφεραν να ρίξουν το εχθρικό αεροσκάφος.
Ετυμολογία
ρίχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρίχνω < *ρίφνω με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [fn] > [xn], μεταπλαστικός τύπος του *ρίφτω < αρχαία ελληνική ῥίπτω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρίχνω | ρίχνεις | ρίχνει | ρίχνουμε | ρίχνετε | ρίχνουν / ρίχνουνε |
| Παρατατικός | έριχνα | έριχνες | έριχνε | ρίχναμε | ρίχνατε | έριχναν / ρίχναν / ρίχνανε |
| Αόριστος | έριξα | έριξες | έριξε | ρίξαμε | ρίξατε | έριξαν / ρίξαν / ρίξανε |
| Μέλλοντας | θα ρίξω / θα ρίχνω | θα ρίξεις / θα ρίχνεις | θα ρίξει / θα ρίχνει | θα ρίξουμε / θα ρίχνουμε | θα ρίξετε / θα ρίχνετε | θα ρίξουν / θα ρίξουνε / θα ρίχνουν / θα ρίχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρίξει | έχεις ρίξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρίξει | είχες ρίξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρίξει / να ρίξω / να ρίχνω | να έχεις ρίξει / να ρίξεις / να ρίχνεις | να ρίξει / να ρίχνει | να ρίξουμε / να ρίχνουμε | να ρίξετε / να ρίχνετε | να ρίξουν / να ρίξουνε / να ρίχνουν / να ρίχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε ριγμένο / ρίξε / ρίχνε | — | — | ρίξτε / ρίχνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρίχτηκαρίχνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →