βάι
•
- λαϊκότροπογια έκφραση λύπης, σχετλιασμού, θρήνου ή καημού Βικιλεξικό
- Ναϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία! (Πάρθεν η Ρωμανία, δημοτικό του Πόντου)
- Βάι, ανεφώνησε. Τι σ' έκαμαν οι Ρούσσοι και δεν τους αρέσεις; (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ-Σελήμ)
Ετυμολογία
βάι< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάι < τουρκική vay < περσική وای (vay)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →