βάνα
•
- ο διακόπτης που εμποδίζει (όταν τον κλείνουμε) και επιτρέπει (όταν τον ανοίγουμε) τη ροή του νερού (ή άλλου υγρού) σ’ ένα δίκτυο σωληνώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική vanne + -α < λατινική vannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wē- (λιχνίζω, αλωνίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάνα | βάνες |
| Γενική | βάνας | βανών |
| Αιτιατική | βάνα | βάνες |
| Κλητική | βάνα | βάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →