βάφλα
•
- γλυκόγλυκιά τηγανίτα σε κυψελωτή μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάφλα < (άμεσο δάνειο) αγγλική waffle < ολλανδική wafel < μέση ολλανδική wafel / wafele / wavel < πρωτογερμανική *wēbilǭ / *wēbilō
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάφλα | βάφλες |
| Γενική | βάφλας | βαφλών |
| Αιτιατική | βάφλα | βάφλες |
| Κλητική | βάφλα | βάφλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →