βάφτιση
•
- χριστιανισμόςη τελετουργική βύθιση στο νερό ενός ανθρώπου, που σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας πνευματικής πορείας Βικιλεξικό
- η βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη
- χριστιανισμόςη τέλεση του βαπτίσματος, του μυστηρίου της εκκλησίας, με το οποίο ένα βρέφος γίνεται χριστιανός, με παράλληλη ονοματοδοσία Βικιλεξικό
- ειδικότερα: χριστιανισμόςη παράσταση της βάπτισης του Χριστού σε εικόνες ή τοιχογραφίες σε ναούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάφτιση < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βάπτι(σις) (παρόμοια σημασία) + -ση με ανομοίωση του [pt] > [ft] < αρχαία ελληνική βάπτισις (βύθισμα σε υγρό) < βαπτίζω < βάπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷabʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάφτιση | βαφτίσεις |
| Γενική | βάφτισης | βαφτίσεων |
| Αιτιατική | βάφτιση | βαφτίσεις |
| Κλητική | βάφτιση | βαφτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →