Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαφτίζω

/vaˈfti.zo/ρήμα
•
  1. τελώ το μυστήριο της βάφτισης Βικιλεξικό
    • Θα τη βαφτίσουμε την παράλλη βδομάδα.
  2. δίνω σε κάποιον όνομα κατά την τελετή της βάφτισης Βικιλεξικό
    • τον βάφτισαν Νίκο
  3. μεταφορικάονομάζω Βικιλεξικό
    • Τον βάφτισαν μαστροχαλαστή γιατί όλα τα ανοίγει για να δει πώς είναι από μέσα.
    • Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287

Ετυμολογία

βαφτίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βαπτίζω με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft]. Συγκρίνετε με το βαπτίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαφτίζωβαφτίζειςβαφτίζειβαφτίζουμεβαφτίζετεβαφτίζουν / βαφτίζουνε
Παρατατικόςβάφτιζαβάφτιζεςβάφτιζεβαφτίζαμεβαφτίζατεβάφτιζαν / βαφτίζαν / βαφτίζανε
Αόριστοςβάφτισαβάφτισεςβάφτισεβαφτίσαμεβαφτίσατεβάφτισαν / βαφτίσαν / βαφτίσανε
Μέλλονταςθα βαφτίζω / θα βαφτίσωθα βαφτίζεις / θα βαφτίσειςθα βαφτίζει / θα βαφτίσειθα βαφτίζουμε / θα βαφτίσουμεθα βαφτίζετε / θα βαφτίσετεθα βαφτίζουν / θα βαφτίζουνε / θα βαφτίσουν / θα βαφτίσουνε
Παρακείμενοςέχω βαφτίσειέχεις βαφτίσειέχει βαφτίσειέχουμε βαφτίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα βαφτίσειείχες βαφτίσειείχε βαφτίσει———
Υποτακτικήνα έχω βαφτίσει / να βαφτίζω / να βαφτίσωνα έχεις βαφτίσει / να βαφτίζεις / να βαφτίσειςνα έχει βαφτίσει / να βαφτίζει / να βαφτίσεινα έχουμε βαφτίσει / να βαφτίζουμε / να βαφτίσουμενα βαφτίζετε / να βαφτίσετενα βαφτίζουν / να βαφτίζουνε / να βαφτίσουν / να βαφτίσουνε
Προστακτική—βάφτιζε / βάφτισε——βαφτίζετε / βαφτίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βαφτίστηκαβαφτίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →